Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Mary and Max (2009)


Τα αστέρια μοιάζουν να έχουν πάντα μια δική τους λογική. Θα έπαιρνα όρκο πως τα συναισθήματα δεν έχουνε καμία. 

Στην αέναη αναζήτηση της ευτυχίας, της χαράς και της εύθραυστης προσωπικής σου ευφροσύνης θα συναντήσεις τους ανθρώπους. Θα έρθεις κοντά και θα γνωρίσεις τους ανθρώπους της γειτονιάς, του περιθωρίου, του πεζοδρομίου, των πανεπιστημιακών αιθουσών και του αχανούς (και αφανούς) διαδικτύου, ανθρώπους μορφωμένους και ανθρώπους ευγενικούς, ανθρώπους που θα σε κοιτάξουν με βλέμμα καχύποπτο και σκεπτικό και άλλους που απλώς θα σου σκάσουν ξαφνικά ένα αυθόρμητο χαμόγελο και θα συνεχίσουν το δρόμο τους, χωρίς να σου ζητήσουν το παραμικρό αντάλλαγμα.. Μέσα σε αυτόν τον αδυσώπητο λαβύρινθο της αστικής πολυκοσμίας, θα έρθεις σε επαφή με τους ανθρώπους τους απλούς και τους ανθρώπους τους περίπλοκους, τους ανθρώπους της δουλειάς, της τεμπελιάς, του βάρβαρου ρεαλισμού και του αβάσταχτου ρομαντισμού, οι οποίοι κοιτάνε τα αστέρια και πιστεύουνε στ’ αλήθεια ότι μια μέρα θα τα κατακτήσουν. Δεν είναι κακό να είσαι φιλόδοξος ονειροπόλος, αφού και από ένα και μόνο αστέρι να πιαστείς, πάλι θρίαμβος θα είναι. 

Με όλους αυτούς τους ανθρώπους θα βρεθείς, θα συνομιλήσεις, θα γελάσεις και θα κλάψεις, θα κοιταχτείς αδιάφορα και θα κοιταχτείς με λαχτάρα. Με κάποιους θα πιαστείς στα χέρια και με κάποιους άλλους θα αγαπηθείς, με κάποιους θα μοιραστείς καυγάδες και με άλλους θα μοιραστείς φιλιά απρόσμενα και φιλιά μοναδικά. Mε κάθε έναν από αυτούς που θα βρεθεί στο δρόμο σου, θα μοιραστείς τις στιγμές που, όσο κι αν δεν το πιστεύεις, θα μείνουν για πάντοτε δικές σας - είτε τις διηγείσαι με περηφάνια σε κάποιον που θα σταθεί για λίγο δίπλα σου, είτε τις κρατήσεις για πάντα μυστικές σε κάποιο μέρος που κανένας δεν θα μπορεί να ανακαλύψει. Όπως ένα αθώο, μικρό (ή μεγαλύτερο) και κρυφό κομμάτι λαχταριστή σοκολάτα. 

Όλες αυτές οι σχέσεις που δημιουργούνται είναι λίγο πιο δύσκολες από τις μαθηματικές εξισώσεις με περίεργα πρόσημα και άγνωστους συντελεστές. Είμαστε, βλέπεις, πολύπλοκες ψυχές που περιφερόμαστε ανάμεσα σε καταστάσεις που πιστεύουμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν μπορούμε καν να τις διαχειριστούμε με επιτυχία, αφού τις περισσότερες φορές δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε αυτά που κρύβονται πίσω από τις κινήσεις και τα βλέμματα των διπλανών μας. Μέσα σ’ αυτήν την εύθραυστη οντότητά μας, σ’ αυτόν τον κόσμο που θέλουμε να μας ανήκει (και γι’ αυτό αδιάκοπα τον διεκδικούμε), αναζητούμε τον τρόπο να αντιμετωπίσουμε τις ανασφάλειες και την κρυφή μας ομοφοβία,προσμένοντας έτσι μια πνευματική ηρεμία που φυσικά δεν έρχεται ποτέ. Αναζητούμε εκείνον (ή εκείνη) που θα μπορέσει να έρθει κοντά για να μας σώσει, έναν φίλο πραγματικό ή φανταστικό που θα έρθει για λίγο να μας χαρίσει μερικές μονάχα στιγμές ανθρώπινης ειλικρίνειας. Όχι για να μας δώσει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα περιωπής, αλλά για να σταθεί για λίγο κοντά και παρέα να λύνουμε έναν-έναν τους γρίφους που απλόχερα κερνάει η καθημερινότητά μας. 

Έναν τέτοιο φίλο αναζητά και η μικρή Mary και τον βρίσκει τυχαία στο πρόσωπο, ή καλύτερα στην ρημαγμένη προσωπικότητα, του μεγαλύτερου Max. Εκείνη είναι ένα βαθυστόχαστο, επίμονο και πεινασμένο για μελέτη παιδί που κοιτάζει τον κόσμο με μάτια αχόρταγα και καφετιά, προσπαθώντας να τον κατανοήσει. Εκείνος είναι ένας μοναχικός, σχεδόν καταθλιπτικός μεσήλικας, χωρίς οικογένεια και φίλους, που μέσα στην μοναξιά και την ασημαντότητα τού διαμερίσματός του έχει ξεμείνει από πάθη και φιλοδοξίες. Οι δυο τους ξεκινάνε μια σχέση δι’αλληλογραφίας που θα αλλάξει τις ζωές τους ανεπίστροφα. Αυτή η εξ αποστάσεως σχέση καταφέρνει και γεμίζει τους δύο με υπέροχες και χαμογελαστές στιγμές άγχους και ειλικρίνειας, αφού αν με ρωτάς θα σου πω πως η αλληλογραφία με έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζεις μπορεί να είναι ένα υπέροχο γεγονός στη ζωή σου. Όχι γιατί σου προσφέρει περισσότερη ασφάλεια, αλλά γιατί αυτά που βγαίνουν από μέσα σου, αυτά που γράφεις και αυτά που αβίαστα θέλεις να εκμυστηρευθείς, τις περισσότερες φορές κρύβουν περισσότερη αλήθεια από όλα εκείνα που θα συζητήσεις με κάποιον που έτυχε να βρίσκεται κοντά σου. 

Η ταινία διαδραματίζεται μεταξύ Αυστραλίας και Νέας Υόρκης κάπου κοντά στο 1976. Θα μπορούσε κάλλιστα όμως να είναι μια ιστορία στον Καναδά του 1990, στην Κίνα του 1950 ή στην Ελλάδα του 2015. Απαντήσεις φυσικά δεν θα πάρεις από τον Elliot για ό,τι σε απασχολεί σε τούτη τη ζωή - αυτές θα πρέπει να τις αναζητήσεις μόνος σου. Όπως όμως όλες οι μεγάλες ιστορίες πράττουν, έτσι και αυτή ιχνηλατεί ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα, αναζητά τις ρημαγμένες από έναν μπερδεμένο κόσμο ανησυχίες και χαρές και σε φέρνει αντικριστά με ένα stop-motion animated ορυμαγδό γλυκόπικρου συναισθηματισμού. Με έναν βαθιά ανθρώπινο και ακραιφνή τρόπο, θα σου μιλήσει για τη σχέση των δύο αυτών χαρακτήρων, που, όπως όλες οι σχέσεις, έχει τα πάνω της και τα κάτω της, έχει στιγμές εντυπωσιακές και στιγμές αδιάφορες. Θα σου μιλήσει για μια σχέση που τελικά δοκιμάζεται, περνώντας από ατίθασες βουνοκορφές και μανιασμένα κύματα με στόχο να εδραιωθεί. Κάπως έτσι το μυαλό μπαίνει σε περιπετειώδεις σκέψεις. 

Στην αναζήτηση της αληθινής, αλησμόνητης και ειλικρινούς φιλίας θα γνωρίσεις τη χαρά. Και όπως συμβαίνει με όλες τις φιλίες που δεν κρύβουν από πίσω τους δόλο, στην αρχή θα είσαι λιγάκι επιφυλακτικός και συγκρατημένος, στη συνέχεια όμως και μέσω της τριβής (πνευματικής, όχι σωματικής) μια αμυδρή σχέση εμπιστοσύνης μπορεί να γεννηθεί. Θαρρώ πως είναι στο χέρι σου το αν θα προσπαθήσεις να κάνεις αυτή τη σχέση να αναπτυχθεί σε κάτι ουσιαστικότερο του προσωρινού ή θα σφάλεις με κάποιον μικρό ή μεγαλύτερο τρόπο, αδυνατώντας να κατανοήσεις τη σημασία της ευκαιρίας. Είναι που καμιά φορά παρεξηγούμε κιόλας, πληγώνοντας, θυμώνοντας, απογοητεύοντας και φέρνοντας σε δύσκολη θέση αυτόν που έδειξε για λίγο ότι νοιάζεται, χωρίς καν να μας έχει δοθεί το παραμικρό δικαίωμα. 

Μέσα από κάθε σχέση, κάθε συνομιλία και κάθε αβάσταχτο καημό, οι άνθρωποι είναι αυτοί που πρωταγωνιστούν και οι άνθρωποι είναι αυτοί που δίνουν τη λύση. Άνθρωποι ανέμελοι και βιαστικοί, άνθρωποι που βλέπεις καθημερινά από το παράθυρό σου και άλλοι που δε θα συναντήσεις ποτέ. Άνθρωποι που περιμένουν, που ελπίζουν και άλλοι που προσπαθούν - ξανά, ακόμα κι αν είναι να αποτύχουν. Άνθρωποι που κάνουν συνήθως το σωστό και άλλοι που κάνουνε λάθη- όχι γιατί έχουνε κακή πρόθεση, αλλά γιατί η φύση τους έπλασε γεμάτους με ατέλειες. Είναι οι άνθρωποι που πληγώνουν και πληγώνονται, τις περισσότερες φορές χωρίς να το αξίζουν. Είναι οι άνθρωποι που συγχωρούν και συγχωρούνται, γιατί τις περισσότερες φορές, αλήθεια, το αξίζουν. Άνθρωποι που αναγνωρίζουν την αξία και τη σπανιότητα της φιλίας και της χαράς που αυτή σου δίνει, που παλεύουν και συγχωρούν, που προτιμούν να επιμείνουν, όχι για να είναι τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά ο ένας απ’ τον άλλο, αλλά για να βρίσκονται δεκάδες χιλιόμετρα χώρια, κι όμως να αισθάνονται ότι αναπνέουν δίπλα-δίπλα. Άνθρωποι που, κι αν έτσι τα φέρει η ζωή και πρέπει να αποχωριστούν, επιλέγουν να φύγουν σιωπηλά, όχι με δάκρυα στα μάτια, αλλά με ένα μικρό, γαλήνιο χαμόγελο, ζωγραφισμένο στα χείλη.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Late Phases (2014)


Το Late Phases είναι μια παλιομοδίτικα κατασκευασμένη μεταμεσονύχτια ταινία τρόμου με λυκανθρώπους, σαν εκείνες που έφτιαχναν οι μερακλήδες τουλάχιστον 30 χρόνια πριν. Ίσως να ποντάρει λιγότερο στον τρόμο και περισσότερο στο χαρακτηριστικό του παλιομοδίτικου, αλλά στη σημερινή εποχή του αδηφάγου cgi και των αδιάφορων, ψυχρών και, τελικά, άψυχων ψηφιακών εφέ, ένα τέτοιο εγχείρημα είναι αποδεκτό και φυσικά αρκούντως απολαυστικό. Ωστόσο η ιστορία προσπαθεί να σου μιλήσει για τόσα παραπάνω από τα προφανή, που οι λύκοι, τα τέρατα και η πανσέληνος καταλήγουν να είναι δευτερεύουσας σημασίας – όχι όμως και τα αίματα που βάφουνε αλύπητα τα κάδρα.

Η αγγλόφωνη ταινία του ισπανού Adrián García Bogliano ξεκινάει όταν ένας τυφλός βετεράνος του Βιετνάμ μεταφέρεται σε μια επαρχιακή κοινότητα για ηλικιωμένους. Ο Ambrose (Nick Damici) είναι ένας μοναχικός γερόλυκος που προσπαθεί να περάσει τον χρόνο που του απομένει με όση περισσότερη αξιοπρέπεια του αναλογεί, αντιλαμβανόμενος και αποδεχόμενος την μοναξιά που χαρακτηρίζει τις στιγμές των γηρατειών που του χτυπούν την πόρτα. Έχοντας ως μοναδικό φίλο ένα πιστό σκύλο που είναι πάντα η σκιά του («Shadow») προσπαθεί να διαχειριστεί και να συμφιλιωθεί με την πρόσφατη απώλεια της γυναίκας του. Δεν είναι φυσικά ένας ανήμπορος γεροξεκούτης, αλλά ένας ενοχλητικός, αντικοινωνικός, σε στιγμές αγενής (με όσους αξίζουν να είσαι αγενής μαζί τους) άντρας, ο οποίος έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι και ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει γύρω του κάθε στιγμή που περνάει. Για την ακρίβεια θα λέγαμε ότι μέσα από τη στωικότητα του χαρακτήρα του «βλέπει» πολλά περισσότερο από όσα ο περίγυρός του αντιλαμβάνεται, κι ας έχει χάσει προ πολλού την αίσθηση της όρασης. Γι’ αυτό και δε διστάζει, όταν χρειαστεί, να τα βάλει με όλους, ακόμα και με τους θεοσεβούμενους ιερείς (αφού ένας άνθρωπος μπορεί να κρύψει πολλά κάτω από μια στολή).

Για έναν τέτοιο άνθρωπο ο συμβιβασμός δεν είναι κάτι που μπορεί να επιλέξει, ωστόσο προσπαθεί, ακόμα κι όταν δεν του είναι ευχάριστο, να μη γίνεται ένα ανυπόφορο βάρος για το μοναχογιό του - έναν γιο με τον οποίο διατηρεί μια σχέση έντασης που κυμαίνεται ανάμεσα στην αγάπη, την αμφισβήτηση, το δισταγμό και την απαίτηση. Δεν είναι για να απορείς, καθώς είναι αρκετοί οι πατεράδες που συντηρούν μια τέτοιου είδους σχέση με τους γιους τους και αυτό είναι κάτι που ο Bogliano φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά, γι’ αυτό και κινηματογραφεί τους δύο άντρες με συνομιλίες, συναισθήματα και βλέμματα που κόβουν την ατμόσφαιρα σε χίλια μύρια αγιάτρευτα κομμάτια.

Σε αυτή την μοναχική κοινότητα όπου το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 25χλμ/ώρα, οι άνθρωποι μεταβαίνουν στη δύση της ζωής τους για να πεθάνουν ο ένας δίπλα στον άλλο και κάποιος επιτέλους να δείξει ότι νοιάζεται. Ο Ambrose δεν ενδιαφέρεται να κάνει τον οποιοδήποτε να νοιαστεί. Αντίθετα, επιχειρεί να έρθει κοντά στον απομακρυσμένο του γιο κι εκεί έγκειται όλο το συναισθηματικό βάρος της ταινίας. Μιας ταινίας που αποκαλύπτει τις αιματηρές της προθέσεις μόλις στα πρώτα 14 λεπτά όπου γίνεται και η πρώτη επίθεση του λύκου, χωρίς όμως κάποιος από την κοινότητα να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το περιστατικό. Και αυτό γιατί τα θύματα δεν είναι κάποιοι νεαροί που χάθηκαν στο δάσος, αλλά ηλικιωμένοι που δύσκολα θα λείψουν από κάποιον. Η συνέχεια αφήνεται στους ήρωες, ώστε να διατηρήσουν, να αναπτύξουν ή να εξομαλύνουν τις σχέσεις μεταξύ τους - κυρίως ο Ambrose με τον από καιρό απομακρυσμένο του γιο.

Κάπως έτσι, καθώς οι επιθέσεις των λύκων αυξάνονται, κάποιοι σκίζουνε τις σάρκες τους για να μεταμορφωθούν σε κτήνη (σε μερικές από τις ωραιότερες μεταμορφώσεις ανθρώπου σε λύκο των τελευταίων ετών) και κάποιοι άλλοι γίνονται κομμάτια για να θρέψουν τη αχόρταγη μανία που προκαλεί το φεγγαρόφως. Ανάμεσα σε αυτούς, υπάρχουν και εκείνοι, οι σιωπηλοί, περήφανοι και ταπεινοί, που δεν περιμένουν μια ουρανοκατέβατη άφεση για να συγχωρεθούν, αλλά με όση τόλμη τους έχει απομείνει διεκδικούν περήφανα την αξιοπρέπεια που τους έχουνε στερήσει. Διεκδικούν το κομμάτι εκείνο της ζωής που θα χαρίσει το από καιρό χαμένο νόημα στις τελευταίες τους στιγμές και θα μετατρέψει τον λιγοστό χρόνο που τους έχει απομείνει από παγωμένα ασήμαντο σε ονειρικά λυτρωτικό.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Después de Lucía (2012)


Υπάρχουν ταινίες που σε ταξιδεύουν σε τόπους εξωτικούς κι ονειρεμένους, δημιουργώντας σου χαρούμενα συναισθήματα που σε κάνουν να χαίρεσαι και να χαμογελάς. Υπάρχουν όμως και ταινίες που ενώ κατασκευάζονται σε κάτι τέτοιους τόπους, καταφέρνουν μέσα από τη θεματική τους να σου προκαλέσουν έναν κόμπο στο στομάχι, όχι γιατί αυτό που βλέπεις στην οθόνη είναι ακραία σοκαριστικό, αλλά γιατί γνωρίζεις ότι μέσα στη μυθοπλασία εμπεριέχονται αλήθειες που λίγοι θα σου διηγηθούν. Με αυτό τον τρόπο, οι ταινίες αυτές σε φέρνουν αντιμέτωπο με την πραγματική ζωή, με στιγμές που είτε έχεις ζήσει και θέλεις να ξεχάσεις σαν ένα κακό όνειρο, είτε εύχεσαι να μη σου τύχουνε ποτέ. Μετά από αυτές, υπάρχουν και οι ταινίες σαν την ‘Lucia’, οι οποίες παίρνουν φόρα και σε χτυπούν με δύναμη στα μούτρα.

Η ταινία του μεξικανού Michel Franco είναι μια σκόπιμα σκληρή ιστορία που σου μιλάει για την απώλεια, το θρήνο που αισθάνεται κάποιος όταν έχει χάσει αυτόν που αγαπάει και την οδύνη με την οποία φορτώνεται όταν πρέπει να προχωρήσει παρακάτω. Σε πρώτο πλάνο συναντάμε τον Roberto και την έφηβη κόρη του Alejandra. Οι δυο τους, μετά το θάνατο της μητέρας της οικογένειας σε αυτοκινητικό δυστύχημα – μια γυναίκα που δεν γνωρίζουμε ποτέ (η Lucia του τίτλου, ίσως;), μετακομίζουν σε μια καινούρια και άγνωστη κωμόπολη του Μεξικού. Η μοναξιά τους είναι φυσικά αδιανόητα επώδυνη, όπως επίσης και το ασήκωτο βάρος της θύμησης της χαμένης μητέρας. Ωστόσο, βλέπεις τους δύο τους να παλεύουν σιωπηλά όταν βρίσκονται μαζί, αναγνωρίζοντας ότι αν κάτι έχουν περισσότερο ανάγκη είναι ο ένας την παρουσία και τη δύναμη του άλλου.

Είναι θαυμαστός ο τρόπος που ο Franco κινηματογραφεί τη σχέση πατέρα και κόρης, από την ευαισθησία που ακτινοβολούν οι μικρές αλλά σημαντικές στιγμές της καθημερινότητας, μέχρι τον τρόπο που κοιτάζονται στα μάτια και λένε την αλήθεια, ακόμη κι όταν ξέρουν ότι κάπου έχουν σφάλει. Οι δύο αυτοί ήρωες που διασταυρώθηκαν με την ασχήμια και τη φρίκη της ζωής, κουβαλούν αθόρυβα τα τραύματά τους και προσπαθούν να ενσωματωθούν αρμονικά σε ένα νέο κοινωνικό σύνολο. Ο Roberto, ως σεφ που είναι, πιάνει δουλειά σε ένα μικρό και ασήμαντο εστιατόριο (περισσότερο ως λύση ανάγκης και όχι επιλογής), ενώ η Alejandra βρίσκεται σε ένα νέο σχολικό συγκρότημα, προσπαθώντας να προσαρμοστεί με τους καινούριους της συμμαθητές.

Όλα τα παραπάνω, όπως αποτυπώνονται λακωνικά στο πανί, είναι ένα κομμάτι μονάχα από τη γνωριμία δύο ανθρώπων με τη νοσηρή πλευρά της ζωής και τη διαχείριση των συναισθημάτων που προκαλεί ένας αιφνίδιος και άδικος θάνατος στους κόλπους μιας μικρής οικογένειας. 

Από ‘κει κι έπειτα φανερώνεται το τέρας.

Είναι ένα τέρας άσχημο, αχόρταγο και πολύ καλά κρυμμένο στους κόλπους του κοινωνικού συνόλου. Είναι ένα τέρας που, αν κάνεις το λάθος και το αφήσεις να αναπτυχθεί, θα σε κατασπαράξει κι εσένα χωρίς ντροπή και χωρίς κανέναν απολύτως δισταγμό. Το φαινόμενο του bullying, βλέπεις, δεν είναι προνόμιο μονάχα του Μεξικού, της Ελλάδας ή άλλων μεμονωμένων περιοχών του πλανήτη. Είναι μια μάστιγα που ξεκινάει δειλά-δειλά από το σπίτι και εξαπλώνεται με ταχείς ρυθμούς στις αίθουσες και στις αυλές των σχολείων, ενώ από εκεί περνάει στις γειτονιές ολόκληρου του κόσμου.

Μετά από ένα αθώο πάρτι και μια αυθόρμητη ερωτική συνεύρεση, η Alejandra νιώθει το τέρας να της επιτίθεται. Δέχεται την αναίτια κακοποίηση και τον εξευτελισμό από το σύνολο των συμμαθητών της, οι οποίοι αποκαλύπτουν ότι έψαχναν απλώς ένα θύμα για να ξεσπάσουν την οργή τους. Δεν χρειάζεται πάνω από μια κάμερα σε ολόκληρη την ταινία για να σου δείξει ο Franco την ανελέητη ενδοσχολική ψυχολογική και σωματική βία που δέχεται αυτό το κορίτσι, με τη ντροπή ζωγραφισμένη στο πρόσωπό να γιγαντώνει το φόβο της αποβολής, όχι μόνο από το σχολείο αλλά κι από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Η Alejandra απομονώνεται από το περιβάλλον της (όπου οι καθηγητές είναι εντυπωσιακά απόντες) και σιωπά, θεωρώντας ότι δέχεται τις συνέπειες των πράξεών της, όταν στην πραγματικότητα δέχεται την απρόκλητη βαρβαρότητα των συμμαθητών της, συμμαθητών που είναι αρκετά μεγάλοι για να χρειάζονται συνεχή επιτήρηση αλλά και πολύ νέοι για να έχουν συναίσθηση των πράξεών τους.

Γνωρίζεις, βέβαια, ότι οι άνθρωποι ήταν ανέκαθεν βάρβαροι. Η βαρβαρότητά τους, όμως, δεν φαίνεται με γυμνό μάτι αφού υποβόσκει κάτω από την εικόνα, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να φανερωθεί. Φυσικά κανένας δεν γεννήθηκε βάρβαρος, έγινε όμως στην πορεία της ζωής από τις διδαχές μιας κοινωνίας που μοιάζει να έχει δυσανεξία στην ευγένεια και τη λογική. Είναι η ίδια κοινωνία στην οποία ανήκουμε όλοι και κάπως έτσι το σινεμά μιας χώρας γίνεται σινεμά παγκόσμιο. Ένα σινεμά που δεν σου μιλάει απλώς για το φαινόμενο, αλλά σε φέρνει αντιμέτωπο με μια αλήθεια που δύσκολα φανερώνεται, αντηχώντας με ευλάβεια τα γεγονότα της τραγωδίας ενός και κάθε Βαγγέλη Γιακουμάκη. Νιώθεις έτσι την ανάγκη να ουρλιάξεις για ό,τι μπορεί να συμβαίνει (άλλωστε η σιωπή μπορεί να σε μετατρέψει σε συνένοχο, δεν το ‘ξερες;), αισθάνεσαι τη μοναξιά της Alejandra και, τελικά, έρχεσαι κοντά και γίνεσαι ένα μαζί της. Σε αυτήν την έξοχη και σκληρή συνάντηση κινηματογράφου και πραγματικότητας μπορείς να ακούσεις καθαρά το τέρας να βρυχάται, ενώ λίγο πριν την τραγική έκβαση της ιστορίας νιώθεις την ανάγκη να αποδράσεις και να φύγεις μακριά, την ανάγκη να αισθανθείς και πάλι ελεύθερος, κατακτώντας τη γαλήνη που σου χαρίζουν τα κύματα της θάλασσας.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

It Follows (2014)


Έλα κοντά και δώσ’ μου μερικά φιλιά. Δεν θα σου ζητήσω κάτι παραπάνω, αν και θα ήθελα τα πάντα. Όχι μόνο τα φιλιά αλλά και τα χάδια που ξεχνάμε να χαρίσουμε, τα όμορφα λόγια που ξεχνάμε να πούμε και τις αγκαλιές που τόσο λαχταράμε ο ένας απ’ τον άλλο. Τα θέλω όλα αυτά και ακόμη περισσότερα. Όχι γιατί απ’αυτά πρέπει να διέπεται ένας αθώος και ειλικρινής έρωτας, αλλά γιατί είμαστε νέοι και αξίζει να έχουμε τα πάντα. Αξίζει να διεκδικούμε το καλύτερο ο ένας από τον άλλο, να βγάζουμε τον καλύτερό μας εαυτό και να τον δωρίζουμε σε εκείνον που μπορεί να τον εκτιμήσει. Να τον χαρίζουμε απλόχερα σε εκείνον τον άνθρωπο που μαζί του μπορούμε να περπατήσουμε στα δυσκολότερα μονοπάτια, να κατακτήσουμε ακόμα και τις πιο ψηλές κορυφές. Ο κόσμος όλος βρίσκεται εκεί έξω και, φυσικά, μας ανήκει ολοκληρωτικά. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε εμείς, σαν τρελοί κι ατίθασοι ονειροπόλοι, είναι να τον κοιτάξουμε όπως ακριβώς είναι και να τον διεκδικήσουμε με πάθος. Τόσο απλά.

Όμως εγώ θα σου ζητήσω μόνο μερικά φιλιά και θα περιμένω από εσένα το κάτι παραπάνω. Θα περιμένω το μυαλό να αφεθεί, οι καρδιές μας να αρχίσουν να χτυπάνε σαν τρελές και τα χείλη μας να νιώσουν πώς ζούνε κάτι μαγικό. Όχι γιατί αυτό είναι το αναμενόμενο να συμβεί, αλλά γιατί αν τα κορμιά μας δεν μιλήσουν παθιασμένα, αν δεν ιδρώσουμε όταν θα είμαστε μαζί, τότε κάτι δεν κάνουμε σωστά. Αν δεν νιώσουμε πώς είμαστε ένα την κατάλληλη στιγμή, τότε θα είμαστε για πάντα καταδικασμένοι. Αν όμως σταθούμε περήφανα ο ένας δίπλα στον άλλο, αν κάποια ανέμελη στιγμή πιαστούμε χέρι-χέρι και βαδίσουμε παρέα προς το άγνωστο, τότε ίσως και να πιστέψουμε για λίγο στην αθανασία. Κι αν είναι όλα μια υπόθεση τρελή, μια προσπάθεια που μοιάζει το ίδιο καταδικασμένη με όλους τους έρωτες που χάθηκαν στο χρόνο, τότε δεν θα έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Τουλάχιστον θα έχουμε προσπαθήσει. Θα έχουμε ζήσει τις στιγμές της συναισθηματικής μας ευφορίας, προσπαθώντας να κατακτήσουμε ακόμα και τους μεγαλύτερούς μας φόβους. Φόβους που, μη γελιέσαι, ακόμα κι αν μοιάζουν να είναι μακριά, φαίνεται να μας ακολουθούνε πάντα.

Όλα τα παραπάνω φαίνεται να μην συνάδουν με ένα κινηματογραφικό κείμενο για μια ταινία τρόμου, μοιάζουν όμως άρρηκτα συνδεδεμένα με τα πάθη και τις επιθυμίες των νεαρών πρωταγωνιστών μέσα σε αυτή. Επιθυμίες που μπορεί να μην εξομολογούνται ευθέως στην οθόνη, παραμένουν όμως κρυμμένες μέσα στα βλέμματα, τα λόγια και τις αντιδράσεις απέναντι σε ό,τι τους συμβαίνει. Άλλωστε η (κάθε) επιθυμία γεννάται πάντοτε από την έλλειψη κι αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει σε όποια χρονική στιγμή κι αν κοιτάξεις τις ζωές των ανθρώπων.

Η ταινία του David Robert Mitchell δείχνει από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα τα χαρακτηριστικά της, όταν μια ταραγμένη κοπέλα τρέχει έξω από το σπίτι της, προσπαθώντας από κάτι να ξεφύγει. Κάτι που εκείνη βλέπει αλλά εμείς ως θεατές όχι, κάτι που έρχεται προς το μέρος της και την πλησιάζει απειλητικά χωρίς κάποιος να αντιλαμβάνεται το παραμικρό, σ’ένα υπέροχο 360 μοιρών ευρυγώνιο πλάνο μιας αραιοκατοικημένης, ήρεμης και αθόρυβης γειτονιάς του Detroitt. Στη συνέχεια, η ίδια κοπέλα βρίσκεται νεκρή και μόνη σε κάποια επίσης ήρεμη, αθόρυβη και ερημική παραλία της περιοχής και, τότε, καταλαβαίνεις ότι η γαλήνη αυτού του τόπου έχει πλέον διαταραχτεί.

Η συνέχεια διατηρεί τα ίδια τρομακτικά χαρακτηριστικά (δανεισμένα από διάφορες περιόδους και δημιουργούς του σινεμά του φανταστικού, αφού ο ίδιος ο Mitchel είναι λάτρης του είδους) και τα χαρίζει απλόχερα στους νεαρούς πρωταγωνιστές της ιστορίας. Μιας ιστορίας που θέλει μια αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης κατάρα να παίρνει μια διαφορετική κάθε φορά μορφή, να ακολουθεί συνεχώς και να κοιτάζει κατάματα το εκάστοτε θύμα της, με μοναδικό σκοπό το θάνατο. Ένα θάνατο που βλέπεις ότι πλησιάζει με αργό ρυθμό αλλά χωρίς σταματημό και μοναδική διέξοδο για το θύμα να περάσει την κατάρα σε κάποιον άλλο, απλώς κάνοντας μαζί του σεξ. Πολλά μπορείς να σκεφτείς εδώ και ο Mitchell σε αφήνει ελεύθερο να κάνεις όσους συνειρμούς και υποθέσεις θέλεις για τη νεανική σεξουαλικότητα, το τέλος της αθωότητας, την ενοχή του περιστασιακού έρωτα, τους κινδύνους που γεννοβολά η επιπολαιότητα και την αθανασία του πνεύματος μέσω της τεκνοποίησης.

Ό,τι κι αν φέρεις στο μυαλό σου, όπως κι αν συνδέσεις τη φανταστική αυτή ιστορία με την πραγματικότητα, πάλι μέσα θα είσαι. Απάντηση από τον ίδιο το δημιουργό δεν θα πάρεις ποτέ, θα βρεθείς όμως σε ένα περιβάλλον όπου οι γονείς είναι σχεδόν απόντες, ανίκανοι να πλησιάσουν, να καταλάβουν ή να βοηθήσουνε τα παιδιά τους. Θαρρείς και μια ολόκληρη γενιά που πίστεψε και επένδυσε στο αμερικάνικο όνειρο με τόσο ζήλο και θέρμη, μεγάλωσε, καθάρισε με τις υποχρεώσεις της και τώρα έχει χρησιμοποιήσει όλη της τη δεξιοτεχνία και την αρετή για να (εξ)αφανιστεί.

Έτσι κι εμείς, μακριά από τις κούφιες συμβουλές και την ψευδή σοφία των μεγαλυτέρων, θέτουμε τον πήχη σε πιο ρεαλιστικά ύψη, αποζητώντας μερικές μονάχα στιγμές επάνω στις οποίες θα εναποθέσουμε τις ελπίδες και τα πάθη μας. Άλλωστε οι προσδοκίες δεν γεννιούνται τυχαία μέσα σε ένα όνειρο, οι προσδοκίες καλλιεργούνται από την πραγματικότητα μέσα στην οποία βρεθήκαμε και οφείλουμε να αποδεχτούμε. Και μπορεί τη μια στιγμή να κάνουμε έρωτα στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου και την επόμενη να βρισκόμαστε δεμένοι σε μια καρέκλα όπου κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα παραιτηθούμε. Γι’ αυτό κι εγώ θα σου ζητήσω μονάχα μερικά φιλιά. Θα μείνω κοντά, ίσως να σε κοιτάξω και λίγο στα μάτια, και θα περιμένω να μου πιάσεις το χέρι και να μου πεις ότι μαζί θα πορευτούμε προς το άγνωστο που κανείς δεν μας υποσχέθηκε ότι θα είναι ευοίωνο και ανθηρό. Θα περιμένω να αισθανθούμε δυνατοί και να παλέψουμε απέναντι σε ό,τι είναι αυτό που μας ακολουθεί και μπορεί να μας σκοτώσει (σωματικά και ψυχικά), σε ένα μελαγχολικό horror για τη ματαιότητα και το αναπόφευκτο τέλος του (δικού μας) κόσμου και σε μια υπέροχη ταινία που βλέπεται εξίσου απολαυστικά και από VHS με ξεθωριασμένο και φθαρμένο εξώφυλλο.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

House on haunted Hill (1959)

Δεν ξέρω πόσες ταινίες με φαντάσματα, στοιχειωμένα σπίτια και θανάτους έχεις δει, αυτή όμως, θα ομολογήσω, είναι μια από τις ομορφότερες που έχουν ποτέ γυριστεί.

Από τα πρώτα του κιόλας δευτερόλεπτα, το ασπρόμαυρο αυτό low budget ψυχολογικό τρομοκράτημα που σκάρωσε ο William Castle, σχεδόν 60 χρόνια πριν από τη δική μας εποχή, βουτάει στα πιο ψυχρά και ακατανόητα βάθη της ανθρώπινης αμφισβήτησης. Χτίζεται, έτσι, ένα μυστηριώδες παιχνίδι παραλογισμού, ακαθόριστης απειλής και αχόρταγων και τρομερών φωτοσκιάσεων που σκοπό δεν έχει μόνο να τρομοκρατήσει τους ανυποψίαστους χαρακτήρες, τρομοκρατώντας, κατ’ επέκταση, και τους υποψιασμένους, πλέον, θεατές, αλλά και να ξεγυμνώσει πλήρως την ψυχρότητα και την απληστία με την οποία ο άνθρωπος ποθεί ό,τι δεν μπόρεσε στο πέρασμα του χρόνου του να κατακτήσει. Κι αν νομίζεις ότι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει μόνο σε απομονωμένους και στοιχειωμένους πύργους σαν κι αυτόν εδώ, τότε θα νιώσεις μια μέρα την πεποίθησή σου αυτή να έρχεται αντιμέτωπη με τις σκιές που βρίσκονται διάχυτες και ελεύθερες μέσα και στη δική σου πραγματικότητα.

Το House on Haunted Hill ξεκινά με μια από τις πιο όμορφες κραυγές αγωνίας, πνιγμένες μέσα στο σκοτάδι ενός κατάμαυρου κάδρου, δίνοντας έτσι το στίγμα του τι πρόκειται να ακολουθήσει. Και αυτό που ακολουθεί είναι πραγματικά υπέροχο για το σινεμά του φανταστικού τρόμου. Ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος και η τέταρτη κατά σειρά (όμορφη, άπληστη και τελικά παγωμένη) σύζυγός του, φιλοξενούν πέντε καλεσμένους και τους προκαλούν να παραμείνουν για μία μονάχα αγωνιώδη βραδιά μυστηρίου στον ψυχρό και σκοτεινό τους πύργο. Όλοι τους καταφθάνουν με νεκροφόρες (πόσο σπουδαία αναφορά στη ματαιότητα!) και όποιος από αυτούς καταφέρει να βγάλει τη νύχτα ζωντανός θα φύγει με ένα μεγάλο χρηματικό έπαθλο (10.000$ μόλις). Όποιος, δε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, χάσει τη ζωή του, θα έχει χαρίσει το ποσό που του αναλογεί στους εν ζωή εναπομείναντες καλεσμένους. Κάπου εδώ η ζυγαριά αρχίζει να γέρνει προς διάφορες κατευθύνσεις, ανάλογα με το ποιός από τους εγκλωβισμένους στο εσωτερικό του πύργου την διαχειρίζεται καλύτερα.

Το στοιχείο του υπερφυσικού δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή του και ο Castle χρησιμοποιεί άψογα όλα τα μέσα που διαθέτει ένας σκηνοθέτης που αγαπάει το σκοτάδι που γεννά η φαντασία του μυαλού αλλά και την επιρρεπή σε ανομολόγητα πάθη νοσηρότητα της ανθρώπινης ψυχής, για να δημιουργήσει μια ιστορία ανόθευτου και ειλικρινούς τρόμου. Ενός τρόμου που επιτίθεται αιφνίδια στις πιο ευαίσθητες στιγμές σου. Έτσι, όταν οι υπηρέτες εξαφανιστούν, χωρίς να αφήσουν ίχνη, και τα πρώτα πτώματα κάνουν την εμφάνισή τους, ο θεατής θα έχει παραδοθεί πλήρως σε ένα παιχνίδι υπαινιγμών και ψυχωτικών παραισθήσεων όπου κυριαρχούνε οι σκιές, τα πεινασμένα και ανήσυχα πνεύματα ενός αθέατου κόσμου και οι απόκοσμες κραυγές ψυχών που, όπως οι καλεσμένοι, παγιδεύτηκαν χωρίς συνείδηση για την κατάστασή τους και χωρίς καμία λογική.

Όλα τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας που άλλοι την πιστεύουν και παραδίδονται πλήρως σε αυτήν, άλλοι την κοροιδεύουν χλευάζοντας τον παραλογισμό που επικρατεί, και άλλοι απλώς την αποφεύγουν χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία να κρίνουν την κατάσταση. Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνοι που επιθυμούν με ετοιμότητα και ζήλο να την αντιμετωπίσουν, όπως ο οικοδεσπότης της ιστορίας - ένας υπέροχα εκφραστικός Vincent Price, ο οποίος με μια αναπαντεχη κίνηση εντυπωσιασμού, κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα, δηλαδή τα μάτια του θεατή, αναρωτώμενος πώς μπορεί να τελειώσει αυτή η ιστορία. Κάπως έτσι ο θεατής δέχεται την πρόκληση της αμφισβήτησης, και με αυτή πορεύεται μέχρι να έρθει το πολυπόθητο ξημέρωμα και το φινάλε της αινιγματικής και σκοτεινής αυτής ιστορίας.

Η ιστορία ολοκληρώνεται με έναν απρόοτρο αλλά ανθρώπινο τρόπο (ανθρώπινο, όπως η προδοσία μιας αγάπης που δεν άνθισε ποτέ), αποδεικνύωντας ότι το πιο βαθύ και επικίνδυνο σκοτάδι δεν είναι αυτό που μας απειλεί όταν χαμηλώνουν τα φώτα και οι βροντές μιας ασταμάτητης βροχής λυσσάνε, αλλά εκείνο που κατοικεί και αναπνέει βαθιά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Εκείνο που αναμένει την κατάλληλη στιγμή για να μετατρέψει μια φαινομενική και ακλόνητη αθωότητα σε πλήρη ενοχή, εκείνο που ακόμα και όταν μοιάζει ταπεινό, καλλιεργεί υπόγεια και με απόλυτη μαεστρία την αδηφάγο, προκλητική και ακατάβλητη αίσθηση μιας απέραντης και φυσικά αναμφισβήτητης ηγεμονίας.

Chris Zafeiriadis