Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

House on haunted Hill (1959)

Δεν ξέρω πόσες ταινίες με φαντάσματα, στοιχειωμένα σπίτια και θανάτους έχεις δει, αυτή όμως, θα ομολογήσω, είναι μια από τις ομορφότερες που έχουν ποτέ γυριστεί.

Από τα πρώτα του κιόλας δευτερόλεπτα, το ασπρόμαυρο αυτό low budget ψυχολογικό τρομοκράτημα που σκάρωσε ο William Castle, σχεδόν 60 χρόνια πριν από τη δική μας εποχή, βουτάει στα πιο ψυχρά και ακατανόητα βάθη της ανθρώπινης αμφισβήτησης. Χτίζεται, έτσι, ένα μυστηριώδες παιχνίδι παραλογισμού, ακαθόριστης απειλής και αχόρταγων και τρομερών φωτοσκιάσεων που σκοπό δεν έχει μόνο να τρομοκρατήσει τους ανυποψίαστους χαρακτήρες, τρομοκρατώντας, κατ’ επέκταση, και τους υποψιασμένους, πλέον, θεατές, αλλά και να ξεγυμνώσει πλήρως την ψυχρότητα και την απληστία με την οποία ο άνθρωπος ποθεί ό,τι δεν μπόρεσε στο πέρασμα του χρόνου του να κατακτήσει. Κι αν νομίζεις ότι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει μόνο σε απομονωμένους και στοιχειωμένους πύργους σαν κι αυτόν εδώ, τότε θα νιώσεις μια μέρα την πεποίθησή σου αυτή να έρχεται αντιμέτωπη με τις σκιές που βρίσκονται διάχυτες και ελεύθερες μέσα και στη δική σου πραγματικότητα.

Το House on Haunted Hill ξεκινά με μια από τις πιο όμορφες κραυγές αγωνίας, πνιγμένες μέσα στο σκοτάδι ενός κατάμαυρου κάδρου, δίνοντας έτσι το στίγμα του τι πρόκειται να ακολουθήσει. Και αυτό που ακολουθεί είναι πραγματικά υπέροχο για το σινεμά του φανταστικού τρόμου. Ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος και η τέταρτη κατά σειρά (όμορφη, άπληστη και τελικά παγωμένη) σύζυγός του, φιλοξενούν πέντε καλεσμένους και τους προκαλούν να παραμείνουν για μία μονάχα αγωνιώδη βραδιά μυστηρίου στον ψυχρό και σκοτεινό τους πύργο. Όλοι τους καταφθάνουν με νεκροφόρες (πόσο σπουδαία αναφορά στη ματαιότητα!) και όποιος από αυτούς καταφέρει να βγάλει τη νύχτα ζωντανός θα φύγει με ένα μεγάλο χρηματικό έπαθλο (10.000$ μόλις). Όποιος, δε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, χάσει τη ζωή του, θα έχει χαρίσει το ποσό που του αναλογεί στους εν ζωή εναπομείναντες καλεσμένους. Κάπου εδώ η ζυγαριά αρχίζει να γέρνει προς διάφορες κατευθύνσεις, ανάλογα με το ποιός από τους εγκλωβισμένους στο εσωτερικό του πύργου την διαχειρίζεται καλύτερα.

Το στοιχείο του υπερφυσικού δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή του και ο Castle χρησιμοποιεί άψογα όλα τα μέσα που διαθέτει ένας σκηνοθέτης που αγαπάει το σκοτάδι που γεννά η φαντασία του μυαλού αλλά και την επιρρεπή σε ανομολόγητα πάθη νοσηρότητα της ανθρώπινης ψυχής, για να δημιουργήσει μια ιστορία ανόθευτου και ειλικρινούς τρόμου. Ενός τρόμου που επιτίθεται αιφνίδια στις πιο ευαίσθητες στιγμές σου. Έτσι, όταν οι υπηρέτες εξαφανιστούν, χωρίς να αφήσουν ίχνη, και τα πρώτα πτώματα κάνουν την εμφάνισή τους, ο θεατής θα έχει παραδοθεί πλήρως σε ένα παιχνίδι υπαινιγμών και ψυχωτικών παραισθήσεων όπου κυριαρχούνε οι σκιές, τα πεινασμένα και ανήσυχα πνεύματα ενός αθέατου κόσμου και οι απόκοσμες κραυγές ψυχών που, όπως οι καλεσμένοι, παγιδεύτηκαν χωρίς συνείδηση για την κατάστασή τους και χωρίς καμία λογική.

Όλα τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας που άλλοι την πιστεύουν και παραδίδονται πλήρως σε αυτήν, άλλοι την κοροιδεύουν χλευάζοντας τον παραλογισμό που επικρατεί, και άλλοι απλώς την αποφεύγουν χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία να κρίνουν την κατάσταση. Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνοι που επιθυμούν με ετοιμότητα και ζήλο να την αντιμετωπίσουν, όπως ο οικοδεσπότης της ιστορίας - ένας υπέροχα εκφραστικός Vincent Price, ο οποίος με μια αναπαντεχη κίνηση εντυπωσιασμού, κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα, δηλαδή τα μάτια του θεατή, αναρωτώμενος πώς μπορεί να τελειώσει αυτή η ιστορία. Κάπως έτσι ο θεατής δέχεται την πρόκληση της αμφισβήτησης, και με αυτή πορεύεται μέχρι να έρθει το πολυπόθητο ξημέρωμα και το φινάλε της αινιγματικής και σκοτεινής αυτής ιστορίας.

Η ιστορία ολοκληρώνεται με έναν απρόοτρο αλλά ανθρώπινο τρόπο (ανθρώπινο, όπως η προδοσία μιας αγάπης που δεν άνθισε ποτέ), αποδεικνύωντας ότι το πιο βαθύ και επικίνδυνο σκοτάδι δεν είναι αυτό που μας απειλεί όταν χαμηλώνουν τα φώτα και οι βροντές μιας ασταμάτητης βροχής λυσσάνε, αλλά εκείνο που κατοικεί και αναπνέει βαθιά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Εκείνο που αναμένει την κατάλληλη στιγμή για να μετατρέψει μια φαινομενική και ακλόνητη αθωότητα σε πλήρη ενοχή, εκείνο που ακόμα και όταν μοιάζει ταπεινό, καλλιεργεί υπόγεια και με απόλυτη μαεστρία την αδηφάγο, προκλητική και ακατάβλητη αίσθηση μιας απέραντης και φυσικά αναμφισβήτητης ηγεμονίας.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

The Green Inferno (2013)


Θα ακουστεί περίεργο αυτό που θα πω αλλά είναι κάτι μέρες που αναζητάς ταινίες με κανίβαλους αλλά δεν μπορείς να τις βρεις εύκολα. Από τις πρώτες ημέρες αυτού του horror υπό-είδους και τις ταινίες Deep River Savages, Ultimo mondo cannibale και Cannibal Holocaust μέχρι τα πιο πρόσφατα παραδείγματα του Wrong Turn, Welcome to the Jungle και We Are What We Are, η αλήθεια είναι ότι οι παραγωγές είναι ελάχιστες αφού αφορούν μάλλον ελάχιστο κόσμο (πόσο μάλλον το συγκεκριμένο κείμενο για τους Κανίβαλους του Roth). Όταν όμως καταφέρεις και βρεις μια τέτοια ταινία, ξεκινάς και σκέφτεσαι ότι έχεις απαιτήσεις που πηγάζουν πρωτίστως από την φύση της ταινίας και της εκάστοτε ιστορίας. Απαιτήσεις που αν δεν εκπληρωθούν, το αποτέλεσμα αφήνει την αίσθηση του ανικανοποίητου που δυστυχώς είναι ικανή να ρίξει την ταινία πιο χαμηλά από αυτό που της αξίζει. Αυτά τα λίγα ως μικρή εισαγωγή για να μπορέσω να δικαιολογήσω τους λόγους που το Green Inferno στέκεται πιο ψηλά από τις περισσότερες πρόσφατες παραγωγές, χωρίς όμως να φτάνει τις απαιτήσεις των θεατών. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Όταν κάνεις μια ταινία με κανίβαλους, ένας είναι ο δρόμος που μπορείς να ακολουθήσεις. Υψώνεις το ανάστημά σου, αφομοιώνεις τις επιρροές σου, αφήνεις την φαντασία σου ελεύθερη και αγγίζεις τα όρια, με την θέληση και το πείσμα να τα ξεπεράσεις. Πιστεύεις σε αυτό που θέλεις να κάνεις και κινηματογραφείς αδέσμευτα σκορπώντας αίμα, συκώτια, δάκρυα και διαμελισμένα σώματα προς πάσα κατεύθυνση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η αρρωστημένη βία στο ανυποψίαστο κοινό - αφού το κοινό που στ’ αλήθεια σε ενδιαφέρει είναι το υποψιασμένο. Όταν κάνεις μια ταινία με κανίβαλους και θέλεις να ξεράσεις τα σωθικά σου στα μούτρα του συντηρητισμού, δεν διστάζεις να κατακρεουργήσεις την ανθρώπινη σάρκα μπροστά στο φακό, δικαιολογώντας τη σφοδρότητά σου με την οποιαδήποτε πολιτική θέση επιθυμείς να κρατήσεις στο background. Αν δεν τα κάνεις όλα αυτά, η ταινία παραμένει ένα αποτέλεσμα καλών προθέσεων που όμως σκοντάφτει στην ατολμία της παραγωγής ή, ακόμα χειρότερα, στην ατολμία και την άγνοια του ίδιου του σκηνοθέτη να διαχειριστεί μια ιδέα ή μια έμπνευση όπως της αξίζει. Οι θεατές (οι υποψιασμένοι) δεν δέχονται ημίμετρα, ενώ η μετριότητα, όσο κι αν επιχρυσώνεται, παραμένει μια μετριότητα, αδύνατη να ικανοποιήσει τους περισσότερο απαιτητικούς.

Ήθελα το Green Inferno (με το αιματοβαμμένο trailer και το hype που έχει προκαλέσει) να ξερνάει ασταμάτητα αίματα, ανθρώπινο κρέας και σωθικά χωρίς ενδοιασμούς, διεκδικώντας τη φήμη μιας αρρωστημένης ταινίας που δεν δίνει δεκάρα για τον οποιονδήποτε καθωσπρεπισμό της σύγχρονης κινηματογραφικής πραγματικότητας. Ήθελα το Green inferno να είναι μια αδίστακτη και ασυγκράτητη ταινία που θα ταρακουνούσε και τελικά θα ενοχλούσε τις συνειδήσεις εκείνων τους οποίους στοχεύει, χωρίς κανένα έλεος για τους ήρωες και τους θεατές του. Όμως το Green Inferno δεν είναι μια τέτοια ταινία - και αυτό διότι ο δημιουργός της διστάζει και συγκρατείται τις στιγμές που πρέπει να είναι περισσότερο αιμοσταγής και ανελέητος. Διστάζει να γεμίσει τα περισσότερα κάδρα του με κρέατα, αίματα και τρίχες, ενώ παράλληλα αρκείται στο ότι κατασκευάζει μια ταινία εμπνευσμένη από ανάλογες ταινίες του παρελθόντος, τοποθετημένη απλώς στην σύγχρονη horror αμερικάνικη πραγματικότητα.

Η ιστορία ακολουθεί μια μικρή ομάδα φοιτητών που αφήνουν για λίγο την πανεπιστημιακή κοινότητα, τα ακριβά τους smartphones και τις πανεπιστημιακές διαδηλώσεις (που κατευνάζουν την ενοχή όταν χρειάζεται) και αποφασίζουν να γίνουν για λίγο οι ρομαντικοί ακτιβιστές (“social justice warriors”) που θα σώσουν ένα δάσος Αμαζονίου, καθώς και τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτό. Φυσικά πρόκειται για νέους που δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτό που θέλουν να κάνουν, αφού κάποιοι πηγαίνουν εκεί για ακτιβισμό και άλλοι για παραθερισμό. Η κάμερα του Roth ακολουθεί τις προσπάθειές τους για περίπου 40 λεπτά, εκθέτοντας τόσο την ευκολία με την οποία πείθονται τα αγαθά μυαλά τους, όσο και την επιπολαιότητα με την οποία κάποιοι από αυτούς αντιμετωπίζουν την συγκεκριμένη αποστολή. Μέχρι την στιγμή που το μικρό τους αεροπλάνο θα συντριβεί μέσα στη χαώδη ζούγκλα και οι επιζήσαντες θα πέσουν θύματα μιας αρχαίας φυλής που τρώει ανθρώπους.

Από αυτό το σημείο κι έπειτα η βία ξεχύνεται στην οθόνη, με τους κανίβαλους να ενσαρκώνουν τους χειρότερους εφιάλτες αυτών των νέων που θεώρησαν ότι με την χορτοφαγία, το twitter και την πολιτική σκέψη ενός έφηβου θα αλλάξουνε τον κόσμο. Οι «σωτήρες» σφαγιάζονται ο ένας μετά τον άλλο (με τον πρώτο θάνατο να είναι ακραία απολαυστικός και τους επόμενους να ακολουθούν λιγότερο ακραία αισθητική), ενώ μαζί με τα σώματά τους σφαγιάζεται με ευκολία και ο ευτελής ιδεαλισμός τους.

Φυσικά ο Roth δεν είναι τυχαίος σε αυτό που κάνει, ξέρει να βάζει τα πλάνα του στη σειρά, έχει φαντασία, έχει ρυθμό και γνωρίζει πώς να αφηγηθεί μια ιστορία φυσικού τρόμου και tribal ατμόσφαιρας, προκαλώντας εφιάλτες στους πιο ευαίσθητους θεατές του - και αυτό τον ξεχωρίζει από τους περισσότερους σύγχρονους σκηνοθέτες του horror είδους. Αυτό που δεν γνωρίζει, όμως, είναι πώς να ισοπεδώσει τα όρια που προσπαθεί να αγγίξει και να παρουσιάσει την ιστορία του με τρόπο απάνθρωπο και προσβλητικό, ξεφτιλίζοντας τη σύγχρονη νεανική αλαζονεία. Ενώ θέλει να φερθεί στους ιθαγενείς όπως τους αξίζει (δηλαδή, με σεβασμό), δεν κάνει το ίδιο και για την κεντρική του αντι-ηρωίδα (δηλαδή, να της φερθεί αλύπητα), αφού την κατάλληλη στιγμή της χαρίζει την ελευθερία, όπως ακριβώς θα έκανε ο οποιοσδήποτε τυχαίος σκηνοθέτης - ακριβώς την στιγμή που θα έπρεπε να βγάλει τον πιο άσπλαχνο εαυτό του (όπως ακριβώς έκανε ο Hooper όταν άφησε την Sally ψυχικά κατακρεουργημένη από τα χέρια του Σχιζοφρενή). 

Η ευκαιρία για θρίαμβο μπορεί να χάνεται καθώς φτάνει το φινάλε, όμως ακόμα κι έτσι το Green Inferno παραμένει μια αιματοβαμμένη ταινία υπέροχου κυνισμού, η οποία ξεχωρίζει από τον σωρό χωρίς να αφήνει τίποτα χαριτωμένο πίσω της. Μια ταινία που οι περισσότεροι θεατές - και κυρίως, οι περισσότεροι κριτικοί - θα μισήσουν αδιαπραγμάτευτα. Αρκεί για να το απολαύσεις, δεν αρκεί όμως για να το(ν) λατρέψεις. 

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Jules et Jim (1962)


Αναπόσπαστο κομμάτι του γαλλικού Νέου Κύματος, η ταινία του Truffaut έχει την ακατάβλητη ιδιότητα να επικοινωνεί με τους θεατές όχι μόνο της δικής της εποχής αλλά και κάθε επόμενης, ανοίγοντας διαλόγους και συζητήσεις για τη φιλία που δεν γνωρίζει εξαναγκασμούς, το πάθος που παραβαίνει τους κανόνες και την ατέρμονη αθωότητα των συναισθημάτων που δεν μπορείς να ελέγξεις, κατακλύζουν όμως το μυαλό και την ψυχή χωρίς να σε ρωτήσουν. Μέσα στο πέρασμα των χρόνων και τα ερείπια ενός ακατανόητου πολέμου, ο Ζυλ και ο Τζιμ αναπνέουν τις αναθυμιάσεις του έρωτά τους για την ίδια γυναίκα, αναζητώντας ο καθένας το δικό του όνειρο μέσα στα μάτια και την ταραχώδη γοητεία εκείνης. Μέχρι οι στάχτες της καταπιεσμένης τους επιθυμίας να σκορπίσουν μονομιάς στη δίνη της ζωής και του ανέμου, ζωγραφίζοντας με πάθος ένα αόρατο φιλί.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Νορβηγία (2014)


Τη Νορβηγία δεν την προσεγγίζεις όπως θα έκανες με μια φυσιολογική ταινία. Δεν είναι το ότι από κατασκευής της θεωρήθηκε κάπως αλλόκοτη (που μεταξύ μας, είναι λίγο), αλλά το γεγονός ότι δεκάρα δεν δίνει για το αν θα χαρακτηριστεί μια αναμενόμενη και φυσιολογική ταινία της ελληνικής κινηματογραφικής πραγματικότητας. Περισσότερο κινείται σε μονοπάτια τα οποία σε αυτή τη χώρα ελάχιστοι θα καταφέρουν να περπατήσουν, όχι γιατί είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι, ούτε καν, αλλά γιατί το σινεμά του φανταστικού σε κάποιους ανθρώπους χαρίζει περισσότερες ανάσες ζωής και αλήθειας από οποιοδήποτε άλλο κινηματογραφικό είδος, με αποτέλεσμα να του συγχωρούν με ευκολία τα ελαττώματα και παραστρατήματά του.

Νυχτερινά εμπνευσμένη, παλιομοδίτικη, απλοϊκή και διαβολεμένα διεγερτική, φανερά ολιγόλογη, αλλά γενναία στον λόγο της, ξενυχτισμένη, αλλά με περίσσεια διάθεση (και ανάγκη) για χορό, η Νορβηγία δεν κατασκευάστηκε για να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε το σινεμά στην Ελλάδα, ούτε φυσικά για να αλλάξει τη ζωή των ελάχιστων εκείνων θεατών που θα την απολαύσουν (αφού η χειμώνας του ’84 ήταν σκέτη κόλαση - και κόλαση θα παραμείνει, αν με ρωτάς). Η Νορβηγία κατεβαίνει στη Μεσόγειο από τον έναστρο ουρανό, μαζί με όλες τις ατέλειες που τις χάρισε ο δημιουργός της, και μέσα στην παραδοξότητά της επιθυμεί να έρθει κοντά σε εκείνους που την έχουνε ανάγκη, να ζεστάνει τις παγωμένες τους καρδιές και να κάνει αυτό που οφείλει να κάνει μια ταινία του φανταστικού - να κρατήσει, δηλαδή, τη νύχτα ζωντανή.

Θα πρέπει εδώ να πω ότι τα πλάσματα της νύχτας είχαν πάντοτε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγαπημένη μας τέχνη. Ίσως γιατί ποτέ δεν φωτίζονται με επιμέλεια, κι έτσι εξάπτουν περισσότερο την φαντασία, ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να μας αποκαλύπτουν μυστικά για τον κόσμο γύρω μας τα οποία διαφορετικά δεν θα μαθαίναμε ποτέ. Ένα από αυτά τα πλάσματα είναι και ο Ζανό, ένας βρικόλακας που φτάνει σε μια ξεχασμένη ντισκοτέκ της Αθήνας ονόματι Ζαρντόζ, αναζητώντας κάποιον νεκροθάφτη. Σε αυτή τη ντισκοτέκ εξελίσσεται το πρώτο μέρος της ταινίας, με τον Μουρίκη να φοράει τα γυαλιά του ηλίου του (αφού ως βρικόλακας δεν θα μπορέσει ποτέ να τα φορέσει την ημέρα) και να χορεύει ασταμάτητα, διαφορετικά η καρδιά του θα σταματήσει να χτυπάει. Σε αυτό το μέρος, με τα αθόρυβα πρεζόνια και τους πεθαμένους ονειροπόλους, ο συμπαθής Ζανό γνωρίζει μια όμορφη πόρνη και μαζί περπατούν προς τα έγκατα ενός σκοτεινού δάσους για την εκτέλεση μιας αινιγματικής δουλειάς, σε ένα νυχτοφορεμένο ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο Γιάννης Βεσλεμές χτίζει ένα σύμπαν synth pop μουσικών και ονείρων, ανεκπλήρωτων πόθων, 48 σιωπών και ενός ανέφικτου έρωτα χωρίς επιστροφή. Εντάξει, θα συμφωνήσω μαζί σου ότι η τελειότητα δεν είναι το μεγάλο χαρακτηριστικό της Νορβηγίας, αν συμφωνήσεις κι εσύ ότι δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Γιατί αυτό το σύμπαν μοιάζει με μια μοντέρνα νέον αντανάκλαση της Ελλάδας που ταξιδεύει από το χτες της βιντεοκασέτας, του αναλογικού ήχου και του Τσιτσάνη, στο σήμερα του pop περιθωρίου, των πλατωνικών φιλιών, του σκοταδιού και της πολιτικής κατάστασης (ολόκληρης της Ευρώπης, όπως αποδεικνύεται στο τελευταίο μέρος).

Η αισθητική του Βεσλεμέ παραμένει υπέροχα αναχρονιστική, ενώ τα συναισθήματα των ηρώων παλεύουν να μείνουν αθάνατα, αφού στο σινεμά, οι ήρωες, λένε, δεν πεθαίνουνε ποτέ. Ήρωες που παραμένουν καταραμένοι μέσα στον καπνό, τα χαλάσματα και την διασκεδαστική ασημαντότητα μιας εκστατικής ψυχεδέλειας με μωβ και τιρκουάζ αποχρώσεις. Ήρωες που σου κερνάνε χαμομήλι, πηδιούνται μέσα στις αναθυμιάσεις της μυθολογίας τους και διαβάζουν βίους αγίων κάτω από το φεγγαρόφως, παρέα με ηλεκτρικούς αγγέλους και αφανείς λυκάνθρωπους, ενώ παρακαλούν αυτή η μουσική να μην τελειώσει ποτέ. Και αλήθεια, δεν θυμάμαι άλλη ελληνική ταινία να έχει τόσο ανάγκη τον ρυθμό και να χορεύει δαιμονισμένα κάτω από τα φώτα και τους πολύχρωμους προβολείς μιας άλλης εποχής. Κι αν νομίζεις ότι οι ήρωες της Νορβηγίας (όπως και οι άνθρωποι της κάθε εποχής) θα μείνουνε νεκροί και θα σταματήσουν μια μέρα να χορεύουν, θα σου απαντήσω ότι κάποιοι από αυτούς φοράνε τα γυαλιστερά παπούτσιά τους και χορεύουν περήφανα και κάτω από το χώμα.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

The Running Man (1987)


Δεν ξέρω πόσες είναι οι ιστορίες του τρισμέγιστου Stephen King που είχαν την τύχη να μεταφερθούν με επιτυχία στην μεγάλη οθόνη – τα κριτήρια άλλωστε είναι μάλλον υποκειμενικά. Κάποιες από αυτές έπεσαν σε χέρια ανθρώπων που τις διαχειρίστηκαν με φαντασία και έμπνευση δημιουργώντας αριστουργήματα, σε αντίθεση με κάποιες άλλες που μετατράπηκαν σε φτωχές μεταφορές, αδύναμες να μεταδώσουν στον θεατή το συναίσθημα που συναντούσε κάποιος στο πρωτότυπο κείμενο. Το Running Man (ως Richard Bachman στα credits, τόσο του βιβλίου όσο και της ταινίας) δεν είναι μια ιστορία τρόμου - τουλάχιστον όχι με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Είναι μια ιστορία για το μέλλον μιας κοινωνίας που πήρε τον λάθος δρόμο και κατέληξε μια απέραντη χωματερή ανθρώπινων ψυχών με γυαλιστερό περίβλημα. Μια χωματερή όπου η ηθική και η δικαιοσύνη δεν έχουν εκλείψει πλήρως, έχουν όμως χάσει προ πολλού την αξία για την οποία κάποιος θα άξιζε να αγωνιστεί και τελικά να πεθάνει για έναν κόσμο ομορφότερο και δικαιότερο του σημερινού. 

Βρισκόμαστε στο έτος 2017, στο σκοτεινό και δυσοίωνο Los Angeles του μέλλοντος (το βιβλίο γράφτηκε το 1982), όπου η παγκόσμια οικονομία έχει καταρρεύσει, οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε χαμογελαστά ζόμπι που αβίαστα καταναλώνουν ό,τι τους ταΐζουν οι πολυεθνικές και τα πανίσχυρα ΜΜΕ, οι κυβερνητικοί πράκτορες παίρνουν μπόνους όταν καταγγέλλουν τους συγγενείς τους, ενώ οι όποιοι αντιρρησίες ταραχοποιοί εξοντώνονται ως απειλή για το ίδιο το σύστημα. Σε αυτή την οικονομικά και ηθικά καταρρέουσα πραγματικότητα, ένας άνθρωπος φυλακίζεται αδίκως γιατί, πράττοντας το λογικό απέναντι στις παράλογες εντολές που του δόθηκαν εν ώρα υπηρεσίας, αρνείται να ανοίξει πυρ σε άοπλους διαδηλωτές. Παράλληλα, η εικόνα του διαστρεβλώνεται πλήρως από την προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση των media, αφού η πλύση εγκεφάλου είναι καθημερινή - και κάπως έτσι το σύστημα πράττει πάντοτε το σωστό. 

Η εξουδετέρωση τέτοιων στοιχείων είναι εύκολη, αφού το μαζικής κατανάλωσης τηλεπαιχνίδι που λαμβάνουν υποχρεωτικά μέρος είναι ουσιαστικά ένας λαβύρινθος επιβίωσης, με τους παίκτες να βρίσκονται χαμένοι σε μια απέραντη αρένα, κυνηγημένοι από ένα μάτσο μονομάχους δολοφόνους, και μάλιστα, με την έγκριση του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μονομάχους με ονόματα σαν από cartoon (Fireball, Captain Freedom, Buzzsaw και Subzero) και σχεδιασμένους ευτελώς θα έλεγα (είπαμε, η οικονομία έχει καταρρεύσει), οι οποίοι όμως παραμένουν πιστοί στο τυφλό καθήκον που τους υπαγορεύουν οι κανόνες του παιχνιδιού, μέχρι το αίμα των παικτών να βάψει την αρένα κόκκινη και η θεαματικότητα να αγγίξει τα ύψη. Άλλωστε τα πλήθη διψάνε για αίμα, άνθρωποι κυρίως μεσήλικες και ηλικιωμένοι που δεν κρατιούνται να πάρουν το μικρόφωνο του παρουσιαστή και να διεκδικήσουν τα λίγα δευτερόλεπτα δημοσιότητας που τους αναλογούν (οι νέοι δεν ξέρω που βρίσκονται, περιμένουν να έρθει η σειρά τους, οργανώνουν υπογείως την εξέγερση ή απλώς ερωτεύονται και χτίζουν τη δική τους πραγματικότητα). 

Ο Άτρωτος (όπως είναι ο ελληνικός τίτλος) δεν αποτελεί διαμάντι της εποχής του, ούτε και καμίας εποχής που θα ακολουθήσει. Αποτελεί όμως μια απόλυτα διασκεδαστική μεταμεσονύχτια action ταινία κοινωνικού τρόμου, για έναν άδικο και τελικά εύθραυστό κόσμο. Μην περιμένεις φυσικά να σε συναρπάσει όπως άλλες ταινίες με παρόμοια θεματική (το Hunger Games έρχεται πρώτο στο μυαλό). Για την ακρίβεια, αν δεν υπήρξες παιδί την δεκαετία που κυκλοφόρησε, δύσκολα θα εκτιμήσεις τις αρετές του. Αρετές που κρύβονται στο χαρακτηριστικό ηλεκτρονικό soundtrack των 80’s, στον ήχο των όπλων και των εκρήξεων, στο attitude του παρουσιαστή (ψάξε και βρες τις διαφορές με τους δικούς μας), στο κορίτσι με την κίτρινη κολλητή στολή και φυσικά στο ύφος και τις ατάκες του σπουδαίο Arnie που εξουδετερώνει με ευκολία τους αντιπάλους του, ακόμα και σε αυτήν, την πιο χαλαρή από τις χαλαρές στιγμές του. 

Το σχόλιο της ταινίας βρίσκεται, φυσικά, στην πρώτη γραμμή. Για να το φέρουμε όμως στην εποχή μας και να μην κρυβόμαστε πίσω από το παχύ μας δάχτυλο, θα πρέπει να (ανα)γνωρίσουμε ότι κανένα reality δεν είναι αθώο, από αυτά που παρακολουθήσαμε έως εκείνα για τα οποία αδιαφορήσαμε. Φαίνεται πως όσο λιγότερη αξία διαθέτει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τόσο τέτοιου είδους τηλεπαιχνίδια θα μετατρέπονται σε λαμπερές και βάρβαρες αρένες ανθρώπινου εξευτελισμού, με τους διαγωνιζομένους να ‘’μονομαχούν’’ για ό,τι ο καθένας τους πιστεύει ότι αξίζει να μονομαχήσει, πάντοτε μπροστά από τις αχόρταγες κάμερες τις μικρής οθόνης. Αν δεν γνωρίζουμε επ’ ακριβώς τι είναι αυτό, μπορούμε να το σκεφτούμε και το συζητάμε ξανά μόλις επιστρέψουμε από τα διαφημιστικά μηνύματα που ακολουθούν.

Chris Zafeiriadis